Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wend
01
κατευθύνομαι, προχωρώ αργά
to travel or proceed on a course, especially slowly or indirectly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wend
γ΄ ενικό πρόσωπο
wends
ενεστώτα μετοχή
wending
απλός αόριστος
wended
παθητική μετοχή
wended
Παραδείγματα
They wended their way through the forest, following a narrow trail.
Αυτοί προχώρησαν μέσα από το δάσος, ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι.



























