Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belabor
01
ξυλοκοπώ, χτυπώ επανειλημμένα
to beat someone repeatedly and forcefully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belabor
γ΄ ενικό πρόσωπο
belabors
ενεστώτα μετοχή
belaboring
απλός αόριστος
belabored
παθητική μετοχή
belabored
Παραδείγματα
She was belabored by a furious crowd wielding umbrellas and fists.
Εκείνη χτυπήθηκε από ένα εξαγριωμένο πλήθος που κρατούσε ομπρέλες και γροθιές.
02
αυστηρά επιπλήττω, υπερβολικά επικρίνω
to criticize excessively and harshly, often in a way that feels aggressive or repetitive
Παραδείγματα
The manager belabored the staff during the meeting, turning feedback into a rant.
Ο διαχειριστής υπερέκρινε το προσωπικό κατά τη διάρκεια της συνάντησης, μετατρέποντας την ανατροφοδότηση σε οργισμένη ομιλία.
03
υπερτονίζω, επαναλαμβάνω άσκοπα
to elaborate or repeat beyond what is reasonable or helpful
Παραδείγματα
The article belabored the topic with endless footnotes and tangents.
Το άρθρο επέμεινε υπερβολικά στο θέμα με ατελείωτες υποσημειώσεις και παρεκβάσεις.



























