belay
be
μπι
lay
ˈleɪ
λει
/bɪlˈe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "belay"στα αγγλικά

01

σημείο αγκύρωσης, σημείο ασφάλειας

something to which a mountain climber's rope can be secured
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belays
to belay
01

δένω, ασφαλίζω

to tie and secure a boat to a rock, pin, or bitt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belay
γ΄ ενικό πρόσωπο
belays
ενεστώτα μετοχή
belaying
απλός αόριστος
belayed
παθητική μετοχή
belayed
02

ασφαλίζω, δένω

turn a rope round an object or person in order to secure it or him
03

ακυρώνω, ανακαλώ

to cancel a signal or command that was just given
Παραδείγματα
Belay the lines, we ’re done for now.
Ακυρώστε τις γραμμές, τελειώσαμε προς το παρόν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store