Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belay
01
σημείο αγκύρωσης, σημείο ασφάλειας
something to which a mountain climber's rope can be secured
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
belays
to belay
01
δένω, ασφαλίζω
to tie and secure a boat to a rock, pin, or bitt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belay
γ΄ ενικό πρόσωπο
belays
ενεστώτα μετοχή
belaying
απλός αόριστος
belayed
παθητική μετοχή
belayed
02
ασφαλίζω, δένω
turn a rope round an object or person in order to secure it or him
03
ακυρώνω, ανακαλώ
to cancel a signal or command that was just given
Παραδείγματα
Belay that order, we need to change the course immediately.
Ακύρωσε αυτήν την εντολή, πρέπει να αλλάξουμε πορεία αμέσως.
LanGeek



























