belated
Pronunciation
/bɪˈɫeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "belated"στα αγγλικά

01

αργοπορημένος, καθυστερημένος

happening or arriving much later than it should have
belated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most belated
συγκριτικός βαθμός
more belated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company issued a belated response to the customer complaints.
Η εταιρεία εξέδωσε μια καθυστερημένη απάντηση στις καταγγελίες των πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store