delayed
de
di
layed
ˈleɪd
leid
decayed

Ορισμός και σημασία του "delayed"στα αγγλικά

01

καθυστερημένος, αναβληθείς

happening later than the intended or expected time 
delayed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delayed
συγκριτικός βαθμός
more delayed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flight was delayed due to severe weather conditions. 

Η πτήση καθυστέρησε λόγω των σοβαρών καιρικών συνθηκών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store