Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delegacy
01
αντιπροσωπεία, ομάδα αντιπροσώπων
a group of representatives or delegates
02
ανάθεση, διορισμός αντιπροσώπου
the appointment of a delegate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
delegacies
03
αντιπροσωπεία, εκπροσώπηση
the state of serving as an official and authorized delegate or agent
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
delegacy
legacy



























