to beleaguer
be
bi
lea
ˈli:
li
guer
meagerregur

Ορισμός και σημασία του "beleaguer"στα αγγλικά

to beleaguer
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

to trouble or harass someone repeatedly over time 
Transitive: to beleaguer sb
to beleaguer definition and meaning
Παραδείγματα
The celebrity was beleaguered by relentless paparazzi. 

Η διασημότητα αποκλείστηκε από αμείλικτους παπαράτσι.

02

πολιορκώ, περικυκλώνω

to surround a place or person with armed forces to compel surrender 
Transitive: to beleaguer a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beleaguer
γ΄ ενικό πρόσωπο
beleaguers
ενεστώτα μετοχή
beleaguering
απλός αόριστος
beleaguered
παθητική μετοχή
beleaguered
Παραδείγματα
The enemy army beleaguered the fortress for months without success. 

Ο εχθρικός στρατός πολιόρκησε το φρούριο για μήνες χωρίς επιτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store