Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beleaguer
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to trouble or harass someone repeatedly over time
Transitive: to beleaguer sb
Παραδείγματα
The explorer was beleaguered by swarms of insects during the trek.
Ο εξερευνητής τρομοκρατήθηκε από σμήνη εντόμων κατά τη διάρκεια της πορείας.
02
πολιορκώ, περικυκλώνω
to surround a place or person with armed forces to compel surrender
Transitive: to beleaguer a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beleaguer
γ΄ ενικό πρόσωπο
beleaguers
ενεστώτα μετοχή
beleaguering
απλός αόριστος
beleaguered
παθητική μετοχή
beleaguered
Παραδείγματα
The fleet beleaguered the harbor, preventing any escape.
Ο στόλος πολιόρκησε το λιμάνι, αποτρέποντας κάθε διαφυγή.
Λεξικό Δέντρο
beleaguering
beleaguer



























