Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shelter
01
παρέχω καταφύγιο, προστατεύω
to provide a safe and protective place for someone or something
Transitive: to shelter sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shelter
γ΄ ενικό πρόσωπο
shelters
ενεστώτα μετοχή
sheltering
απλός αόριστος
sheltered
παθητική μετοχή
sheltered
Παραδείγματα
The community center shelters the homeless during winter months.
Το κοινοτικό κέντρο φιλοξενεί τους άστεγους κατά τους χειμερινούς μήνες.
02
προστατεύω, σκεπάζω
to legally shield or protect income from taxes through specific financial strategies or exemptions
Transitive: to shelter income
Παραδείγματα
The new law allows citizens to shelter their income through various charitable deductions.
Ο νέος νόμος επιτρέπει στους πολίτες να προστατεύουν το εισόδημά τους μέσω διαφόρων φιλανθρωπικών εκπτώσεων.
03
καταφεύγω, προστατεύομαι
to seek protection or safety from harm or danger
Intransitive
Παραδείγματα
The soldiers sheltered behind rocks to avoid being seen by the enemy.
Οι στρατιώτες καταφύγησαν πίσω από βράχους για να αποφύγουν να εντοπιστούν από τον εχθρό.
Shelter
01
καταφύγιο, άσυλο
a place in which very poor people are provided with food and housing
Παραδείγματα
They created a temporary shelter for those affected by the disaster.
Δημιούργησαν ένα προσωρινό καταφύγιο για όσους επηρεάστηκαν από την καταστροφή.
02
καταφύγιο, προστασία
a structure offering protection and privacy from danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shelters
Παραδείγματα
They slept in a makeshift shelter to stay safe.
Κοιμήθηκαν σε ένα προσωρινό καταφύγιο για να παραμείνουν ασφαλείς.
03
καταφύγιο, προστασία
a protective covering or structure that shields from the weather
Παραδείγματα
They rested in the shelter during the heatwave.
Ξεκούραστηκαν στο καταφύγιο κατά τη διάρκεια του καύσωνα.
04
φορολογικό καταφύγιο, φορολογική καταφυγή
a legal or financial arrangement that reduces the taxes a business must pay on current earnings
Παραδείγματα
The corporation used shelters to defer taxes.
Η εταιρεία χρησιμοποίησε φορολογικές οάσεις για να αναβάλει τους φόρους.
05
καταφύγιο, άσυλο
the state of being safe
Παραδείγματα
During the attack, civilians ran for shelter.
Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, οι πολίτες έτρεξαν να αναζητήσουν καταφύγιο.
Λεξικό Δέντρο
sheltered
shelter



























