Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shelled
01
εξαντλημένος, ξεπέρασε τα όριά του
(cycling) exhausted and unable to keep up, having depleted one's energy reserves
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shelled
συγκριτικός βαθμός
more shelled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sports, physiology, exhaustion
Παραδείγματα
He was completely shelled after the last hill.
Ήταν εντελώς εξαντλημένος μετά τον τελευταίο λόφο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unshelled
shelled
shell



























