to shelve
shelve
ʃɛlv
shelv
twelvedelvehelve

Ορισμός και σημασία του "shelve"στα αγγλικά

to shelve
01

αναβάλλω, καθυστερώ

hold back to a later time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shelve
γ΄ ενικό πρόσωπο
shelves
ενεστώτα μετοχή
shelving
απλός αόριστος
shelved
παθητική μετοχή
shelved
02

τοποθετώ σε ράφι, βάζω σε ράφι

place on a shelf 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shelver
shelve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store