Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shelve
01
αναβάλλω, καθυστερώ
hold back to a later time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shelve
γ΄ ενικό πρόσωπο
shelves
ενεστώτα μετοχή
shelving
απλός αόριστος
shelved
παθητική μετοχή
shelved
02
τοποθετώ σε ράφι, βάζω σε ράφι
place on a shelf
Λεξικό Δέντρο
shelver
shelve



























