Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recuse
01
αποποιούμαι, αποσύρομαι
to formally object or challenge a judge's participation in a case, often due to concerns about their impartiality or potential conflicts of interest
Transitive: to recuse a judge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuses
ενεστώτα μετοχή
recusing
απλός αόριστος
recused
παθητική μετοχή
recused
Παραδείγματα
The defense attorney may recuse the judge if they believe there is a bias that could affect the trial.
Ο δικηγόρος της άμυνας μπορεί να αποποιηθεί τον δικαστή αν πιστεύει ότι υπάρχει προκατάληψη που θα μπορούσε να επηρεάσει τη δίκη.
02
αποποιούμαι, αποσύρομαι
(of a judge) to excuse oneself from participating in a case because of a potential conflict of interest or bias
Transitive: to recuse oneself
Παραδείγματα
To ensure fairness, the judge recused himself from the case due to a conflict of interest.
Για να διασφαλιστεί η δικαιοσύνη, ο δικαστής αποχώρησε από την υπόθεση λόγω σύγκρουσης συμφερόντων.
Λεξικό Δέντρο
recusancy
recusant
recuse



























