Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recycle
01
ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ
to make a waste product usable again
Transitive: to recycle a waste product
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recycle
γ΄ ενικό πρόσωπο
recycles
ενεστώτα μετοχή
recycling
απλός αόριστος
recycled
παθητική μετοχή
recycled
Παραδείγματα
Recycling paper involves collecting and processing used paper products to make new paper.
Η ανακύκλωση χαρτιού περιλαμβάνει τη συλλογή και επεξεργασία χρησιμοποιημένων προϊόντων χαρτιού για την παραγωγή νέου χαρτιού.
02
ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ
to restart or repeat a process, sequence, or event
Transitive: to recycle a process or sequence
Παραδείγματα
The company aims to recycle its successful marketing campaign from last year.
Η εταιρεία στοχεύει να ανακυκλώσει την επιτυχημένη καμπάνια μάρκετινγκ της πέρυσι.
Λεξικό Δέντρο
recyclable
recycled
recycle
cycle



























