Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recycled
01
ανακυκλωμένο, ξαναχρησιμοποιημένο
used again or transformed into a new product after being processed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recycled paper was made from recovered materials.
Το ανακυκλωμένο χαρτί κατασκευάστηκε από ανακτηθέντα υλικά.
Λεξικό Δέντρο
recycled
recycle
cycle



























