recycled
Pronunciation
/ɹiˈsaɪkəɫd/

Ορισμός και σημασία του "recycled"στα αγγλικά

01

ανακυκλωμένο, ξαναχρησιμοποιημένο

used again or transformed into a new product after being processed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recycled aluminum cans were turned into new products like bicycles.
Τα ανακυκλωμένα κουτιά αλουμινίου μετατράπηκαν σε νέα προϊόντα όπως ποδήλατα.

Λεξικό Δέντρο

recycled
recycle
cycle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store