recycled
re
ri:
ri
cy
ˈsaɪ
sai
cled
kəld
kēld
upcycled

Ορισμός και σημασία του "recycled"στα αγγλικά

01

ανακυκλωμένο, ξαναχρησιμοποιημένο

used again or transformed into a new product after being processed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, environment, process
Παραδείγματα
The recycled paper was made from recovered materials. 

Το ανακυκλωμένο χαρτί κατασκευάστηκε από ανακτηθέντα υλικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

recycled
recycle
cycle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store