to recycle
re
ri:
ρι
cy
ˈsaɪ
σαι
cle
kəl
καλ
michaelcycleickle

Ορισμός και σημασία του "recycle"στα αγγλικά

to recycle
01

ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ

to make a waste product usable again 
Transitive: to recycle a waste product
to recycle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recycle
γ΄ ενικό πρόσωπο
recycles
ενεστώτα μετοχή
recycling
απλός αόριστος
recycled
παθητική μετοχή
recycled
Παραδείγματα
Recycling paper involves collecting and processing used paper products to make new paper. 

Η ανακύκλωση χαρτιού περιλαμβάνει τη συλλογή και επεξεργασία χρησιμοποιημένων προϊόντων χαρτιού για την παραγωγή νέου χαρτιού.

02

ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ

to restart or repeat a process, sequence, or event 
Transitive: to recycle a process or sequence
Παραδείγματα
The company aims to recycle its successful marketing campaign from last year. 

Η εταιρεία στοχεύει να ανακυκλώσει την επιτυχημένη καμπάνια μάρκετινγκ της πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

recyclable
recycled
recycle
cycle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store