to recycle
Pronunciation
/riˈsaɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "recycle"στα αγγλικά

to recycle
01

ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ

to make a waste product usable again
Transitive: to recycle a waste product
to recycle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recycle
γ΄ ενικό πρόσωπο
recycles
ενεστώτα μετοχή
recycling
απλός αόριστος
recycled
παθητική μετοχή
recycled
Παραδείγματα
Electronic waste can be recycled to recover valuable materials and reduce electronic waste pollution.
Τα ηλεκτρονικά απόβλητα μπορούν να ανακυκλωθούν για να ανακτηθούν πολύτιμα υλικά και να μειωθεί η ρύπανση από ηλεκτρονικά απόβλητα.
02

ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ

to restart or repeat a process, sequence, or event
Transitive: to recycle a process or sequence
Παραδείγματα
The choreographer recycled certain dance routines from previous performances.
Ο χορογράφος ανακύκλωσε ορισμένες χορευτικές ρουτίνες από προηγούμενες παραστάσεις.

Λεξικό Δέντρο

recyclable
recycled
recycle
cycle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store