Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baleful
01
απειλητικός, μνησίκακος
intimidating or indicating hatred or anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baleful
συγκριτικός βαθμός
more baleful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As he clenched his fists, his baleful posture indicated his suppressed anger.
Καθώς σφίγγει τις γροθιές του, η κακεντρεχής του στάση υποδείκνυε την καταπιεσμένη οργή του.
02
κακόβουλος, επιβλαβής
having or likely to have a harmful or evil effect
Παραδείγματα
In the wake of the financial crisis, the baleful impact of unemployment swept through the nation, leaving many families struggling to make ends meet.
Στη διαδικασία της οικονομικής κρίσης, η καταστροφική επίπτωση της ανεργίας σάρωσε τη χώρα, αφήνοντας πολλές οικογένειες να αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα.
03
δυσοίωνος, καταστροφικός
able to bring about dangerous or destructive consequences
Παραδείγματα
The storm's baleful winds caused extensive damage across the region.
Οι μοχθηροί άνεμοι της καταιγίδας προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές σε όλη την περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
balefully
balefulness
baleful
bale



























