menacing
me
ˈmɛ
me
na
cing
sɪng
sing

Ορισμός και σημασία του "menacing"στα αγγλικά

01

απειλητικός, επικίνδυνος

appearing threatening or dangerous 
menacing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most menacing
συγκριτικός βαθμός
more menacing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, perception, danger
Παραδείγματα
The menacing growl of the dog made the mailman hesitate before approaching the gate. 

Ο απειλητικός γρυλίσματος του σκύλου έκανε τον ταχυδρόμο να διστάσει πριν προσεγγίσει την πύλη.

01

απειλή, εκφοβισμός

a threatening act or display of hostility intended to intimidate or instill fear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
menacings
Παραδείγματα
The menacing of witnesses during the trial led to increased security. 

Η απειλή των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της δίκης οδήγησε σε αυξημένη ασφάλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

menacingly
menacing
menace
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store