Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menacing
01
απειλητικός, επικίνδυνος
appearing threatening or dangerous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most menacing
συγκριτικός βαθμός
more menacing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The menacing presence of armed guards at the entrance made it clear that security was tight.
Η απειλητική παρουσία των ένοπλων φυλάκων στην είσοδο έκανε σαφές ότι η ασφάλεια ήταν αυστηρή.
Menacing
01
απειλή, εκφοβισμός
a threatening act or display of hostility intended to intimidate or instill fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
menacings
Παραδείγματα
The gang 's menacing of local businesses demanded immediate action.
Ο εκφοβισμός των τοπικών επιχειρήσεων από τη συμμορία απαιτούσε άμεση δράση.
Λεξικό Δέντρο
menacingly
menacing
menace



























