Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to materialize
01
υλοποιούμαι, πραγματοποιούμαι
to become a reality, especially something that was planned or expected
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
materialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
materializes
ενεστώτα μετοχή
materializing
απλός αόριστος
materialized
παθητική μετοχή
materialized
Παραδείγματα
The new community center will materialize next year, fulfilling the long-standing promise to local residents.
Το νέο κέντρο της κοινότητας θα υλοποιηθεί το επόμενο έτος, εκπληρώνοντας την μακροχρόνια υπόσχεση στους τοπικούς κατοίκους.
1.1
υλοποιώ, πραγματοποιώ
to bring a concept, design, or theoretical idea into a tangible or physical form
Transitive: to materialize an idea or concept | to materialize an idea or concept into a product
Παραδείγματα
The new 3D printer technology allowed the team to materialize complex architectural models directly from digital blueprints.
Η νέα τεχνολογία 3D εκτυπωτή επέτρεψε στην ομάδα να υλοποιήσει πολύπλοκα αρχιτεκτονικά μοντέλα απευθείας από ψηφιακά σχέδια.
Παραδείγματα
The missing cat finally materialized in the neighbor's garage after days of searching.
Η αγνοούμενη γάτα τελικά εμφανίστηκε στο γκαράζ του γείτονα μετά από ημέρες αναζήτησης.
Παραδείγματα
The ghostly figure materialized in the old mansion, startling everyone present.
Η φαντασματική φιγούρα εξωτερικεύθηκε στο παλιό αρχοντικό, τρομάζοντας όλους τους παρόντες.
Παραδείγματα
The magician's trick was so convincing that it appeared to materialize a rabbit from an empty hat.
Το τρικ του μάγου ήταν τόσο πειστικό που φαινόταν να υλοποιεί ένα κουνέλι από ένα άδειο καπέλο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dematerialize
immaterialize
materialize
material



























