Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to manifest
01
εκδηλώνω, επιδεικνύω
to clearly dispaly something
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
manifest
γ΄ ενικό πρόσωπο
manifests
ενεστώτα μετοχή
manifesting
απλός αόριστος
manifested
παθητική μετοχή
manifested
Παραδείγματα
Her kindness manifested in the charity work she tirelessly pursued.
Η καλοσύνη της εκδηλώθηκε στη φιλανθρωπική εργασία που ακολουθούσε ακούραστα.
02
εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι
(of a ghost or spirit) to appear or become visible
Intransitive
Παραδείγματα
Late at night, the ghostly figure of a woman would manifest in the old mansion's hallway.
Αργά το βράδυ, η φαντασμαγορική φιγούρα μιας γυναίκας εμφανιζόταν στο διάδρομο του παλιού αρχοντικού.
03
εκδηλώνω, δηλώνω
to list or document items, cargo, or passengers aboard a ship
Transitive: to manifest cargo or passengers
Παραδείγματα
The captain manifested all the cargo loaded onto the ship before departure.
Ο καπετάνιος κατέγραψε όλα τα φορτία που φορτώθηκαν στο πλοίο πριν από την αναχώρηση.
manifest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most manifest
συγκριτικός βαθμός
more manifest
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The benefits of the new policy were manifest in the increased employee satisfaction.
Τα οφέλη της νέας πολιτικής ήταν εμφανή στην αυξημένη ικανοποίηση των εργαζομένων.
Manifest
01
μανιφέστο, λίστα φορτίου
an official list of goods, cargo, or passengers carried on a ship, airplane, or other vehicle, used for customs, shipping, or transport purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manifests
Παραδείγματα
The customs officer inspected the ship's manifest before unloading the cargo.
Ο τελωνειακός υπάλληλος επιθεώρησε το κατάστιχο του πλοίου πριν από την εκφόρτωση του φορτίου.



























