Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manicurist
01
μανικιουρίστας, ειδικός φροντίδας νυχιών
a professional who specializes in grooming and beautifying nails through various nail care services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
manicurists
αρσενικό ενικό
manicurist
θηλυκό ενικό
manicurist
neutral form
nail technician
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
manicurist
manicure



























