Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manifestly
01
εκδηλωτικά, σαφώς
in a clear, obvious, or unmistakable manner
Παραδείγματα
The flaws in the argument were manifestly exposed during the rigorous debate.
Τα ελαττώματα του επιχειρήματος καθαρά αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της αυστηρής συζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
manifestly
manifest



























