Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
materialistic
01
υλιστικός, προβληματισμένος με τα χρήματα και τις υλικές κτήσεις
concerned with money and possessions in an excessive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most materialistic
συγκριτικός βαθμός
more materialistic
διαβαθμίσιμο
02
υλιστικός, υλιστικός
related to the belief that only physical matter exists, rejecting the presence of spiritual or immaterial elements in reality
Παραδείγματα
The materialistic worldview asserts that all phenomena, including consciousness, can be explained solely in terms of physical processes.
Η υλιστική κοσμοθεωρία ισχυρίζεται ότι όλα τα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης της συνείδησης, μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά με όρους φυσικών διεργασιών.
Λεξικό Δέντρο
materialistic
mater



























