Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to layer
01
στρωματοποιώ, κόβω σε στρώματα
to cut hair at different lengths in a way that forms overlapping layers
Transitive: to layer hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
layer
γ΄ ενικό πρόσωπο
layers
ενεστώτα μετοχή
layering
απλός αόριστος
layered
παθητική μετοχή
layered
Παραδείγματα
She layered her hair to add volume and texture.
Διέστρωσε τα μαλλιά της για να προσθέσει όγκο και υφή.
02
στρωματοποιώ, τοποθετώ σε στρώσεις
to arrange or stack something in a series of distinct levels or sheets
Transitive: to layer sth
Παραδείγματα
The baker layers cake and frosting to create a delicious and visually appealing dessert.
Ο αρτοποιός στρώσει το κέικ και το γλάσο για να δημιουργήσει ένα νόστιμο και οπτικά ελκυστικό επιδόρπιο.
Layer
01
στρώμα, επίπεδο
an amount or sheet of something covering a surface or lying between two other things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
layers
Παραδείγματα
The archaeologists uncovered a layer of ancient pottery shards beneath the excavation site.
Οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν ένα στρώμα από αρχαία θραύσματα κεραμικών κάτω από τον τόπο ανασκαφής.
02
στρώμα, επίπεδο
single thickness of usually some homogeneous substance
03
στρώμα, επίπεδο
(geology) a horizontal bed or distinct sedimentary rock formation
Παραδείγματα
The Grand Canyon's cliffs reveal colorful layers of sandstone and shale.
Οι βράχοι του Γκραντ Κάνιον αποκαλύπτουν πολύχρωμες στρώσεις από ψαμμίτη και σχιστόλιθο.
04
κότα που γεννάει αυγά, αυγοπαραγωγός κότα
a hen that lays eggs
05
στρώμα, επίπεδο
a level or tier within a complex system, idea, or structure, often imagined as having depth or hierarchy
Παραδείγματα
The novel's plot unfolds in layers, revealing hidden meanings.
Η πλοκή του μυθιστορήματος ξετυλίγεται σε στρώματα, αποκαλύπτοντας κρυμμένες σημασίες.
Λεξικό Δέντρο
layered
layer



























