layette
layette
leɪɛt
λειετ
/le‍ɪˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "layette"στα αγγλικά

01

λεγιόν (μια συλλογή ρούχων, κλινοσκεπασμάτων και αξεσουάρ για ένα νεογέννητο μωρό

a collection of clothing, bedding, and accessories for a newborn baby
layette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
layettes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store