Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laze
01
τεμπελιάζω, χαλαρώνω
to relax and enjoy oneself in a leisurely way, often by lying around and doing nothing productive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laze
γ΄ ενικό πρόσωπο
lazes
ενεστώτα μετοχή
lazing
απλός αόριστος
lazed
παθητική μετοχή
lazed
Παραδείγματα
The beach invites visitors to laze on the sand and listen to the waves.
Η παραλία προσκαλεί τους επισκέπτες να τεμπελιάζουν στην άμμο και να ακούνε τα κύματα.
Λεξικό Δέντρο
lazy
laze



























