lazy
la
ˈleɪ
lei
zy
zi
zi
mazyhazydaisycrazy

Ορισμός και σημασία του "lazy"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, οκνός

avoiding work or activity and preferring to do as little as possible 
lazy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
laziest
συγκριτικός βαθμός
lazier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her room was always messy because she was too lazy to tidy up after herself. 

Το δωμάτιό της ήταν πάντα ακατάστατο γιατί ήταν πολύ τεμπέλα για να τακτοποιήσει μετά από τον εαυτό της.

02

τεμπέλης, αργός

moving slowly and gently 

Λεξικό Δέντρο

lazily
laziness
lazy
laze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store