Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lazy
01
τεμπέλης, οκνός
avoiding work or activity and preferring to do as little as possible
Παραδείγματα
The lazy student consistently skipped classes and failed to complete assignments on time.
Ο τεμπέλης μαθητής παρέλειπε συστηματικά τα μαθήματα και απέτυχε να ολοκληρώσει τις εργασίες εγκαίρως.
02
τεμπέλης, αργός
moving slowly and gently
Λεξικό Δέντρο
lazily
laziness
lazy
laze



























