Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laze
01
τεμπελιάζω, χαλαρώνω
to relax and enjoy oneself in a leisurely way, often by lying around and doing nothing productive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laze
γ΄ ενικό πρόσωπο
lazes
ενεστώτα μετοχή
lazing
απλός αόριστος
lazed
παθητική μετοχή
lazed
Παραδείγματα
During vacations, it's nice to laze by the pool and soak up the sun.
Κατά τις διακοπές, είναι ωραίο να τεμπελιάζεις δίπλα στην πισίνα και να απολαμβάνεις τον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
lazy
laze



























