Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tragen
01
μεταφέρω, κουβαλώ
Etwas von einem Ort zum anderen bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trage
γ΄ ενικό πρόσωπο
trägt
ενεστώτα μετοχή
tragend
απλός αόριστος
trug
παθητική μετοχή
getragen
Παραδείγματα
Ich trage die Tasche nach Hause.
Εγώ κουβαλάω την τσάντα στο σπίτι.
02
φορώ
Etwas besitzen oder führen
Παραδείγματα
Er trägt den Namen seines Vaters.
Αυτός φέρει το όνομα του πατέρα του.
03
φοράω
Kleidung oder Schmuck am Körper haben
Παραδείγματα
Heute trage ich eine blaue Jacke.
Σήμερα φοράω ένα μπλε σακάκι.
04
αντέχω, υπομένω
Etwas Schweres oder Unangenehmes aushalten
Παραδείγματα
Die Brücke trägt viele Autos.
Η γέφυρα υποστηρίζει πολλά αυτοκίνητα.
05
υποφέρω, αναλαμβάνω
Für etwas aufkommen oder es übernehmen
Παραδείγματα
Die Firma trägt die Kosten.
Η εταιρεία καλύπτει τα έξοδα.
06
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
Über etwas nachdenken oder sich damit beschäftigen
Παραδείγματα
Er trägt sich mit dem Gedanken, auszuwandern.
Αυτός κουβαλά μαζί του την ιδέα της μετανάστευσης.



























