Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tradition
[gender: feminine]
01
παράδοση, έθιμο
Eine langjährige Gewohnheit oder ein Brauch in einer Gemeinschaft
Παραδείγματα
Traditionen verbinden die Menschen.
Οι παραδόσεις συνδέουν τους ανθρώπους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παράδοση, έθιμο