Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tourismus
[gender: masculine]
01
τουρισμός, τουριστική βιομηχανία
Das Reisen zu Freizeit oder Erholungszwecken
Παραδείγματα
Nachhaltiger Tourismus ist wichtig für die Umwelt.
Ο βιώσιμος τουρισμός είναι σημαντικός για το περιβάλλον.


























