Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Trainer
01
προπονητής, εκπαιδευτής
Person, die jemanden in einer Sportart oder Fähigkeit anleitet und trainiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Trainer
αρσενικό ενικό
Trainer
θηλυκό ενικό
Trainerin
neutral form
Trainingsleitung
γενική πτώση
Trainers
Παραδείγματα
Der Trainer hilft der Mannschaft beim Training.
Ο προπονητής βοηθά την ομάδα κατά την προπόνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trainer
train



























