Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fallen
01
πέφτω, καταρρέω
Sich aufgrund der Schwerkraft nach unten bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt
ενεστώτα μετοχή
fallend
απλός αόριστος
fiel
παθητική μετοχή
gefallen
Παραδείγματα
Das Glas ist auf den Boden gefallen.
Το ποτήρι έπεσε στο πάτωμα.
02
πέφτω σε, συμπίπτω με
Auf etwas treffen oder damit zusammenfallen
Παραδείγματα
Weihnachten fällt dieses Jahr auf einen Sonntag.
Χριστούγεννα πέφτουν σε μια Κυριακή φέτος.
03
μειώνομαι, πτώση
Weniger werden oder absinken
Παραδείγματα
Die Preise sind stark gefallen.
Οι τιμές έπεσαν απότομα.
04
πέφτω
Vom Himmel herunterkommen
Παραδείγματα
Es fällt Schnee.
Χιονίζει.
05
πέφτω
Im Kampf oder durch Gewalt ums Leben kommen
Παραδείγματα
Er ist im Krieg gefallen.
Έχει πέσει στον πόλεμο.
06
να εκφωνηθεί, να αποφασιστεί
Ausgesprochen oder entschieden werden
Παραδείγματα
Die Entscheidung ist gefallen.
Η απόφαση έπεσε.
07
να καταργηθεί, να ακυρωθεί
Nicht mehr gelten oder wegfallen
Παραδείγματα
Das Verbot ist gefallen.
Η απαγόρευση έχει καταργηθεί.
08
πέφτω σε, μπαίνω σε
In einen Zustand geraten
Παραδείγματα
Er fiel in Ohnmacht.
Αυτός έπεσε αναίσθητος.
09
πέφτω, καταλαμβάνομαι
Eingenommen oder besiegt werden
Παραδείγματα
Die Stadt ist gefallen.
10
προσπίπτει
Jemandem zufallen oder gehören
Παραδείγματα
Das Erbe fiel an den Sohn.
Η κληρονομιά πέρασε στον γιο.



























