Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Faktor
[gender: masculine]
01
παράγοντας, στοιχείο
Ein Umstand, der ein Ergebnis beeinflusst
Παραδείγματα
Bildung ist ein zentraler Faktor für Erfolg.
Η εκπαίδευση είναι ένας κεντρικός παράγοντας για την επιτυχία.
02
παράγοντας, πολλαπλασιαστής
Eine Zahl, mit der eine andere Zahl multipliziert wird
Παραδείγματα
Der Fehler lag im falschen Faktor.
Το λάθος ήταν στον λάθος παράγοντα.


























