Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trancher
01
κόβω, διαιρώ
couper quelque chose avec un instrument tranchant ou diviser en morceaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tranche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tranchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
trancherai
ενεστώτα μετοχή
tranchant
παθητική μετοχή
tranché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tranchions
Παραδείγματα
Il a tranché le pain pour le dîner.
Αυτός έκοψε το ψωμί για το δείπνο.
02
αποφασίζω
mettre fin à un débat, un conflit ou une question en donnant une décision claire
Παραδείγματα
Le juge a tranché le litige entre les deux parties.
Ο δικαστής διευθέτησε τη διαμάχη μεταξύ των δύο μερών.
03
ξεχωρίζω, διακρίνομαι
se démarquer ou être clairement différent des autres
Παραδείγματα
Sa tenue tranche dans la foule.
Η ενδυμασία του ξεχωρίζει στο πλήθος.
04
αποφασίζω, επιλύω
prendre une décision claire et définitive dans une situation difficile ou controversée
Παραδείγματα
Il faut trancher entre les deux options rapidement.
Πρέπει να αποφασίσουμε μεταξύ των δύο επιλογών γρήγορα.



























