Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retenir
01
κρατώ, διατηρώ
garder quelque chose ou quelqu'un dans un endroit ou un état
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retiendrai
ενεστώτα μετοχή
retenant
παθητική μετοχή
retenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retenions
Παραδείγματα
Elle retient ses larmes avec difficulté.
Αυτή κρατάει τα δάκρυά της με δυσκολία.
02
αφαιρώ, κρατώ
diminuer ou soustraire une partie d'une somme ou d'une quantité
Παραδείγματα
L'employeur retient les impôts sur le salaire.
Ο εργοδότης κρατά τους φόρους από τον μισθό.
03
προσελκύω, κρατώ την προσοχή
attirer ou capter l'attention, retenir l'intérêt de quelqu'un
Παραδείγματα
Ce film retient l'attention du spectateur du début à la fin.
Αυτή η ταινία κρατά την προσοχή του θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος.
04
κάνω κράτηση, κρατώ
réserver ou mettre de côté quelque chose pour un usage futur
Παραδείγματα
J'ai retenu une table au restaurant pour 20h.
Κράτησα ένα τραπέζι στο εστιατόριο για τις 20:00.
05
σταματώ, εμποδίζω
empêcher quelqu'un ou quelque chose d'avancer ou de se produire
Παραδείγματα
La police a retenu les manifestants pour éviter des débordements.
Η αστυνομία κράτησε τους διαδηλωτές για να αποφύγει αναταραχές.
06
μπλοκάρω, κρατώ
bloquer ou contenir un flux, empêcher quelque chose de s'écouler ou de passer
Παραδείγματα
Le barrage retient les eaux du fleuve.
Το φράγμα κρατά τα νερά του ποταμού.
07
απομνημονεύω, κρατώ στη μνήμη
garder quelque chose dans sa mémoire
Παραδείγματα
J'ai du mal à retenir les dates historiques.
Δυσκολεύομαι να θυμάμαι τις ιστορικές ημερομηνίες.
08
αποδέχομαι, εγκρίνω
accepter ou approuver quelque chose après considération
Παραδείγματα
Le comité a retenu sa candidature.
Η επιτροπή δέχτηκε την υποψηφιότητά του.
09
κρατιέμαι, αγκαλιάζω
se maintenir en place, s'agripper pour ne pas tomber ou glisser
Παραδείγματα
Il s'est retenu à la corde pour ne pas tomber.
Κρατήθηκε από το σχοινί για να μην πέσει.
10
συγκρατώ, ελέγχω
contrôler ses actions ou ses émotions pour ne pas agir ou réagir
Παραδείγματα
Il s'est retenu de crier pendant la réunion.
Συγκρατήθηκε από το να φωνάξει κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























