Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retarder
01
καθυστερώ, αναβάλλω
faire qu'une chose arrive plus tard que prévu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retarderai
ενεστώτα μετοχή
retardant
παθητική μετοχή
retardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retardions
Παραδείγματα
La neige a retardé le train de deux heures.
Το χιόνι καθυστέρησε το τρένο δύο ώρες.



























