Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les restes
01
απομεινάρια, υπολείμματα
nourriture qui n'a pas été consommée lors d'un repas et qui peut être conservée pour plus tard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
restes
Παραδείγματα
Nous avons mangé les restes du dîner d'hier.
Φάγαμε τα υπολείμματα του χθεσινού δείπνου.



























