Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restaurer
01
αποκαθιστώ, αναστηλώνω
redonner à quelque chose son état ou son apparence d'origine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
restaure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
restaurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
restaurerai
ενεστώτα μετοχή
restaurant
παθητική μετοχή
restauré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
restaurions
Παραδείγματα
L' église a été entièrement restaurée.
Η εκκλησία αποκαταστάθηκε πλήρως.



























