rester
res
ʁɛs
res
ter
te
te
pestertester

Ορισμός και σημασία του "rester"στα γαλλικά

rester
01

μένω, παραμένω

demeurer à un endroit , ne pas partir 
rester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
reste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
restons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
resterai
ενεστώτα μετοχή
restant
παθητική μετοχή
resté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
restions
Παραδείγματα
Je vais rester à la maison ce soir. 

Θα μείνω σπίτι απόψε.

02

παραμένω, μένω

ne pas changer d'état ou de situation 
rester definition and meaning
Παραδείγματα
Le prix reste le même qu'hier. 

Η τιμή παραμένει η ίδια με χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store