rester
Pronunciation
/ʀɛste/

Ορισμός και σημασία του "rester"στα γαλλικά

rester
01

μένω, παραμένω

demeurer à un endroit, ne pas partir
rester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
reste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
restons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
resterai
ενεστώτα μετοχή
restant
παθητική μετοχή
resté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
restions
Παραδείγματα
Elle reste dans le jardin pour profiter du soleil.
Αυτή μένει στον κήπο για να απολαύσει τον ήλιο.
02

παραμένω, μένω

ne pas changer d'état ou de situation
rester definition and meaning
Παραδείγματα
Le résultat reste incertain pour l' instant.
Το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο προς το παρόν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store