Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rester
01
μένω, παραμένω
demeurer à un endroit , ne pas partir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
reste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
restons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
resterai
ενεστώτα μετοχή
restant
παθητική μετοχή
resté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
restions
Παραδείγματα
Je vais rester à la maison ce soir.
Θα μείνω σπίτι απόψε.
02
παραμένω, μένω
ne pas changer d'état ou de situation
Παραδείγματα
Le prix reste le même qu'hier.
Η τιμή παραμένει η ίδια με χθες.



























