Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rester
01
μένω, παραμένω
demeurer à un endroit, ne pas partir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
reste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
restons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
resterai
ενεστώτα μετοχή
restant
παθητική μετοχή
resté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
restions
Παραδείγματα
Elle reste dans le jardin pour profiter du soleil.
Αυτή μένει στον κήπο για να απολαύσει τον ήλιο.
02
παραμένω, μένω
ne pas changer d'état ou de situation
Παραδείγματα
Le résultat reste incertain pour l' instant.
Το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο προς το παρόν.



























