Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restaurer
01
αποκαθιστώ, αναστηλώνω
redonner à quelque chose son état ou son apparence d'origine
Παραδείγματα
L' église a été entièrement restaurée.
Η εκκλησία αποκαταστάθηκε πλήρως.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποκαθιστώ, αναστηλώνω