la ressource
Pronunciation
/ʀ(ə)suʀs/

Ορισμός και σημασία του "ressource"στα γαλλικά

01

πόρος, μέσο

élément fourni par la nature ou l'économie, utile à l'homme
la ressource definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ressources
Παραδείγματα
Les ressources naturelles s' épuisent.
Οι φυσικοί πόροι εξαντλούνται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store