Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ressort
[gender: masculine]
01
ανθεκτικότητα, δύναμη ανάκαμψης
force ou énergie qui permet d'agir ou de rebondir
Παραδείγματα
La créativité est le ressort principal de son succès.
Η δημιουργικότητα είναι η κύρια κινητήρια δύναμη της επιτυχίας του.
02
κίνητρο, έναυσμα
ce qui pousse à agir ou motive une action
Παραδείγματα
Le film explore les ressorts psychologiques du criminel.
Η ταινία εξερευνά τα ψυχολογικά κίνητρα του εγκληματία.
03
ελατήριο, σπιράλ
dispositif élastique qui reprend sa forme après compression ou extension
Παραδείγματα
La montre mécanique contient de nombreux petits ressorts.
Το μηχανικό ρολόι περιέχει πολλά μικρά ελατήρια.
04
εδαφική αρμοδιότητα, δικαιοδοσία
étendue territoriale de la compétence d'une juridiction
Παραδείγματα
La nouvelle loi étend le ressort des juges de paix.
Ο νέος νόμος επεκτείνει τη δικαιοδοσία των δικαστών ειρήνης.



























