Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ressort
01
ανθεκτικότητα, δύναμη ανάκαμψης
force ou énergie qui permet d'agir ou de rebondir
Παραδείγματα
Après l'échec, il a trouvé un nouveau ressort pour continuer.
Μετά την αποτυχία, βρήκε μια νέα ώθηση για να συνεχίσει.
02
κίνητρο, έναυσμα
ce qui pousse à agir ou motive une action
Παραδείγματα
L'argent n'est pas son seul ressort pour travailler.
Τα χρήματα δεν είναι το μοναδικό του κίνητρο για να εργαστεί.
03
ελατήριο, σπιράλ
dispositif élastique qui reprend sa forme après compression ou extension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ressorts
Παραδείγματα
Le ressort du jouet s'est détendu.
Το ελατήριο του παιχνιδιού έχει χαλαρώσει.
04
εδαφική αρμοδιότητα, δικαιοδοσία
étendue territoriale de la compétence d'une juridiction
Παραδείγματα
Cette affaire dépasse le ressort du tribunal local.
Αυτή η υπόθεση υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του τοπικού δικαστηρίου.



























