retarder
re
ʁə
tar
tɑʁ
taar
der
de
de
regarder

Ορισμός και σημασία του "retarder"στα γαλλικά

retarder
01

καθυστερώ, αναβάλλω

faire qu'une chose arrive plus tard que prévu 
retarder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retarderai
ενεστώτα μετοχή
retardant
παθητική μετοχή
retardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retardions
Παραδείγματα
Le mauvais temps a retardé le vol. 

Ο κακός καιρός καθυστέρησε την πτήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store