Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promener
01
περιπατώ, κάνω περίπατο
marcher lentement pour le plaisir ou pour se détendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
promène
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promènerai
ενεστώτα μετοχή
promenant
παθητική μετοχή
promené
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promenions
Παραδείγματα
Je me promène tous les soirs après le dîner.
Βγάζω βόλτα κάθε βράδυ μετά το δείπνο.
02
βγάζω βόλτα, πηγαίνω βόλτα
faire sortir quelqu'un ou un animal pour marcher ou se détendre à l'extérieur
Παραδείγματα
Je vais promener le chien dans le parc.
Πάω να βγάλω βόλτα τον σκύλο στο πάρκο.
03
παίρνω μαζί, περπατώ
se déplacer avec quelque chose ou quelqu'un, l'emmener avec soi
Παραδείγματα
Elle promène toujours son sac à main.
Πάντα περπατά με την τσάντα της.
04
οδηγώ, καθοδηγώ
amener quelqu'un quelque part en l'attirant ou en le guidant, souvent lentement ou doucement
Παραδείγματα
Il promène son ami au café malgré ses hésitations.
Περιφέρει τον φίλο του στο καφέ παρά τις διστακτικότητές του.
05
περιφέρω, μετακινώ ενεργά κάτι από ένα μέρος σε άλλο
déplacer quelque chose activement d'un endroit à un autre, souvent dans un espace limité
Παραδείγματα
Il promène sa valise partout dans la ville.
Περπατά την βαλίτσα του παντού στην πόλη.



























